διανοητικότητα

διανοητικότητα
[-ης (-ητος)] η
1) мыслительная способность, ум;

οξεία (αμβλεία) διανοητικότητα — острый (тупой) ум;

2) вдумчивость, серьёзность, глубокомыслие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "διανοητικότητα" в других словарях:

  • διανοητικότητα — η η ιδιότητα και κυρίως η ικανότητα κάποιου προς το στοχασμό: Η διανοητικότητά του είναι αξιοθαύμαστη για την ηλικία του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανοητικότητα — η 1. το χαρακτηριστικό γνώρισμα τού διανοητικού 2. διανοητική ανάπτυξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < διανοητικός. Η λ. στον λόγιο τ. διανοητικότης μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • παραμύθι — Λαϊκή διήγηση στην οποία προέχει το θαυμαστό και το φανταστικό και που έχει για πρωταγωνιστές όντα υπεράνθρωπα, νεράιδες, στρίγκλες, μάγους, δράκους, γίγαντες και, οπωσδήποτε, πρόσωπα ικανά, μέσω μαγικών αντικειμένων ή προσωπικής δύναμης, για… …   Dictionary of Greek

  • αλφαβητάριο — Εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής στα παιδιά. Επειδή το α. αποτελεί το πρώτο στοιχειώδες πνευματικό βοήθημα του παιδιού και συγχρόνως ένα από τα πρώτα μέσα αισθητικής αγωγής του, γι’ αυτό η συγγραφή του θα πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • σπινθηροβόλος — α, ο / σπινθηροβόλος, ον, ΝΜΑ αυτός που εκπέμπει σπινθήρες νεοελλ. φρ. α) «σπινθηροβόλο σκότωμα» ιατρ. ενδοπτικό φαινόμενο κατά το οποίο παρατηρείται εμφάνιση σκοτεινής κηλίδας με τεθλασμένο φωτεινό περίγραμμα στο οπτικό πεδίο τού ενός ή και τών… …   Dictionary of Greek

  • Αραμπάλ, Φερνάντο — (Fernando Arrabal, Μελίγια 1932 –). Ισπανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Τα θεατρικά του έργα σφραγίζονται από μια ατμόσφαιρα έντονης φρίκης, όπως συμβαίνει και στο πρώιμο θέατρο του Ανταμόβ, και κυριαρχούνται από χαρακτήρες με μια… …   Dictionary of Greek

  • κοντόθωρος — η, ο 1. κοντόφθαλμος. 2. αυτός που έχει περιορισμένη διανοητικότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρεμανταλάς — ο θηλ. κρεμανταλού 1. ο πολύ ψηλός. 2. αυτός που έχει περιορισμένη διανοητικότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»